ρυάκι

Oνομασία 2 οικισμών. 1. Oρεινός οικισμός (υψόμ. 1.100 μ.) του νομού Ευρυτανίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μεσοκώμης. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 760 μ.) του νομού Κοζάνης. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (18 τ. χλμ.).
* * *
το / ῥυάκιον, ΝΜΑ, και ρυάκιν, Μ [ῥύαξ, -ακος]
μικρό ρεύμα νερού, ρεματάκι, ποταμάκι (α. «κι ένα κελάρυσμα ρυακιού... τού χάιδεψε την ακοή» β. «ἀπέλθατε στὸ πάμμορφον ῥυάκιν νὰ ἰδῆτε», Διγ. Ακρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρυάκι — το ιού, μικρό ρέμα νερού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ῥύακι — ῥύᾱκι , ῥύαξ rushing stream masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Tsakonian language — language name=Tsakonian nativename=Τσακωνικά Tsakōniká familycolor=Indo European states=Greece region=Eastern Peloponnese around Mount Parnon speakers=300 2,000 fluent fam2=Greek fam3=Doric iso2=ine|iso3=tsdTsakonian, Tzakonian or Tsakonic (Greek …   Wikipedia

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • ακελάρυστος — η, ο [κελαρύζω] αυτός που δεν κελαρύζει «ακελάρυστο ρυάκι» …   Dictionary of Greek

  • απορροή — Η εκροή, η ρεύση· η προέλευση· η αναθυμίαση· η έκλυση. (Γεωλ.) Η άμεση ροή των επιφανειακών νερών (από βροχή ή χιόνι) εξαιτίας πλευρικών επιφανειών, κλιτύων κλπ. Με την α. τα επιφανειακά νερά καταλήγουν στα ποτάμια και τις λίμνες και έπειτα στη… …   Dictionary of Greek

  • ασπροπόταμος — I Άλλη ονομασία για τον ποταμό Αχελώο (βλ. λ.). II Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 36 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μυτιλήνης του νομού Λέσβου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μανταδάμου. * * * ο και πόταμο, το ποτάμι ή ρυάκι που έχει άσπρα χαλίκια στην …   Dictionary of Greek

  • δεξαμενή — Χτιστή αποθήκη, συχνά υπόγεια, όπου περισυλλέγεται και διατηρείται το βρόχινο νερό που προέρχεται από συλλεκτήριες επιφάνειες, όπως στέγες, πλακοστρωμένες αυλές κλπ. Χρησιμοποιείται κυρίως στους τόπους όπου η υδροληψία με άλλες μεθόδους είναι… …   Dictionary of Greek

  • λίβος — (I) λίβος, τὸ (Α) 1. σταλαγμός, σταλαγματιά 2. είδος κολλυρίου 3. στον πληθ. τὰ λίβη ή λίβεα τα δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *λίψ, λιβός «ρεύμα, ρυάκι» με αναβιβασμό τού τόνου]. (II) λίβος, τὸ (Α) είδος πίτας από μέλι που προσφερόταν στους θεούς.… …   Dictionary of Greek

  • λειψερός — ή, ό 1. ελλιπής, με ελλείψεις 2. (για πρόσ.) διανοητικά ανάπηρος, πνευματικά ανεπαρκής, ανισόρροπος 3. (για ποταμό, ρυάκι ή πηγή) αυτός που έχει λίγο νερό 4. (για τα ετήσια βρόχινα ύδατα) ανεπαρκής, όχι άφθονος 5. (για βιοτικούς πόρους) πενιχρός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.